«Το μέλλον ανήκει σε αυτούς που πιστεύουν στην ομορφιά των ονείρων τους.» Ελιονορ Ρούσβελτ

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ'έναν ξένο στίχο

Ετυχισμένος πο κανε τ ταξίδι το δυσσέα.
Ετυχισμένος ν στ ξεκίνημα, νιωθε γερ τν ρματωσι
μις γάπης, πλωμένη μέσα στ κορμί του, σν τς
φλέβες που βουίζει τ αμα.

Μις γάπης μ κατέλυτο ρυθμό, κατανίκητης σν τ
μουσικ κα παντοτινς
γιατί γεννήθηκε ταν γεννηθήκαμε κα σν πεθαίνουμε,
ν πεθαίνει, δν τ ξέρουμε οτε μες οτε λλος κανείς.

Παρακαλ τ θε ν μ συντρέξει ν π, σ μι στιγμ
μεγάλης εδαιμονίας, ποι εναι ατ γάπη•
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος π τν ξενιτιά, κι κούω
τ μακριν βούισμά της, σν τν χ τς θάλασσας
πο σμιξε μ τ νεξήγητο δρολάπι.

Κα παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι κα πάλι, τ φάντασμα
το δυσσέα, μ μάτια κοκκινισμένα πό του
κυμάτου τν ρμύρα
κι π τ μεστωμένο πόθο ν ξαναδε τν καπν πο βγαίνει
π τ ζεστασι το σπιτιο του κα τ σκυλί του
πο γέρασε προσμένοντας στ θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας νάμεσα στ' σπρισμένα
του γένια, λόγια της γλώσσας μας, πως τ μιλοσαν
πρν τρες χιλιάδες χρόνια.
πλώνει μι παλάμη ροζιασμένη π τ σκοινι κα τ
δοιάκι, μ δέρμα δουλεμένο π τ ξεροβόρι π τν
κάψα κι π τ χιόνια.

Θ 'λεγες πς θέλει ν διώξει τν περάνθρωπο Κύκλωπα
πο βλέπει μ' να μάτι, τς Σειρνες πο σν τς κούσεις
ξεχνς, τ Σκύλλα κα τ Χάρυβδη π' νάμεσό μας•
τόσα περίπλοκα τέρατα, πο δέ μας φήνουν ν στοχαστομε
πς ταν κι ατς νας νθρωπος πο πάλεψε
μέσα στν κόσμο, μ τν ψυχ κα μ τ σμα.

Εναι μεγάλος δυσσέας• κενος πο επε ν γίνει τ ξύλινο λογο
κα o χαιο κερδίσανε τν Τροία.
Φαντάζομαι πς ρχεται ν μ' ρμηνέψει πς ν φτιάξω κι γ
να ξύλινο λογο γι ν κερδίσω τ δική μου Τροία.

Γιατί μιλ ταπειν κα μ γαλήνη, χωρς προσπάθεια,
λς μ γνωρίζει σν πατέρας
ετε σν κάτι γέρους θαλασσινούς, πο κουμπισμένοι στ
δίχτυα τους, τν ρα πο χειμώνιαζε κα θύμωνε γέρας,
μο λέγανε, στ παιδικά μου χρόνια, τ τραγούδι το ρωτόκριτου,
μ τ δάκρυα στ μάτια•
τότες πο τρόμαζα μέσα στν πνο μου κούγοντας
τν ντίδικη μορα τς ρετς ν κατεβαίνει τ μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μο λέει τ δύσκολο πόνο ν νιώθεις τ πανι το καραβιο σου φουσκωμένα π τ θύμηση κα τν ψυχή σου ν γίνεται τιμόνι.
Κα νά 'σαι μόνος, σκοτεινς μέσα στ νύχτα κα κυβέρνητος σν
τ' χερο στ' λώνι.

Τν πίκρα ν βλέπεις τος συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στ
στοιχεα, σκορπισμένους: ναν-ναν.
Κα πόσο παράξενα ντρειεύεσαι μιλώντας μ τος πεθαμένους,
ταν δ φτάνουν πι ο ζωντανο πο σο πομέναν.

Μιλ... βλέπω κόμη τ χέρια του πο ξέραν ν δοκιμάσουν v ταν
καλ σκαλισμένη στν πλώρη γοργόνα
ν μο χαρίζουν τν κύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στν

καρδι το χειμώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: